Πολλοί θα έχετε ακούσει για τον «δεύτερο εγκέφαλο» που διαθέτουμε οι άνθρωποι και για το πώς αυτός σχετίζεται με τους υπόλοιπους ιστούς και με τη γενικότερη υγεία μας. Πρόκειται για το μικροβίωμα του εντέρου μας ,ένα  μικροσύστημα που  έχει μια συμβιωτική σχέση με τον υπόλοιπο περιβάλλοντα πολυκύτταρο οργανισμό μας , του οποίου όταν η ισορροπία διαταράσσεται υπάρχουν συστημικές συνέπειες, όπως γαστρεντερική και ψυχολογική δυσφορία , ακόμα και σοβαρότατες ασθένειες.

 Αυτή η οδός επικοινωνίας είναι γνωστή ως άξονας μικροβίων-εντέρου-εγκεφάλου. Παρεμβάσεις όπως η προβιοτική συμπλήρωση που επηρεάζουν το μικροβιωμα  βελτιώνουν τόσο τις εντερικές διαταραχές όσο επηρεάζουν ακόμα   και  διαταραχές του εγκεφάλου. Αυτό που ίσως να μην έχει υποπέσει ακόμα στην αντίληψη σας είναι η παρέμβαση της άσκησης στη σωστή λειτουργία του μικροβιώματος και του πεπτικού σωλήνα εν γένη.

Η άσκηση αποτελεί έναν πιθανό διαμορφωτή της εντερικής μικροβιολογικής σύνθεσης, δεδομένου ότι ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι σχετίζεται με αυξημένη βιοποικιλότητα με ωφέλιμες μεταβολικές λειτουργίες. Αντιστρόφως, η προπόνηση μέχρις εξάντλησεως μπορεί να συσχετιστεί με τη δυσοίωνη διαβίωση του εντερικού μικροβίου, προωθώντας τη φλεγμονή και τις αρνητικές μεταβολικές συνέπειες.

Το μικροβιωμα  μπορεί με τη σειρά του να επηρεάσει την παθοφυσιολογία αρκετών μακρινών οργάνων, συμπεριλαμβανομένου του σκελετικού μυός. Ένας άξονας εντέρου-μυός μπορεί στην πραγματικότητα να ρυθμίζει την απόθεση μυϊκής πρωτεΐνης και τη μυϊκή λειτουργία.
Σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, αυτός ο άξονας μπορεί να εμπλέκεται στην στη σαρκοπενια μέσω πολλαπλών μηχανισμών, που περιλαμβάνουν μεταγραφή  προ-αναβολικών ερεθισμάτων από θρεπτικά συστατικά της διατροφής τους, ρύθμιση φλεγμονής και ευαισθησία στην ινσουλίνη. Το ανοσοποιητικό σύστημα διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο σε αυτές τις διεργασίες, επηρεάζεται από τη μικροβιολογική σύνθεση και παράλληλα συμβάλλει στη διαμόρφωση των μικροβιακών κοινοτήτων.

Ας δούμε πιο αναλυτικά τους παράγοντες αυτούς που επηρεάζουν τα είδη και τη βιωσιμότητα του μικροβιώματος του εντέρου.
Μια περιληπτική βιβλιογραφική ματιά  δείχνει ότι η μη βιωσιμότητα της  εντερικής χλωρίδας επηρεάζει τον άξονα εντέρου – μυός  αρνητικά .Πιο συγκεκριμένα μειώνεται η πρωτεινοσυνθεση, υπάρχει μείωση του αναβολικής δράσης του IGF-1,   λόγω μη βιοδιαθεσιμότητας συστατικών από γαλακτοκομικά προϊόντα  και τρυπτοφάνης .

Επίσης μειώνεται η σύνθεση  , η μεθυλίωση και η επιδιόρθωση του DNA, έχουμε αύξηση του οξειδωτικού στρες, μειωμένη σύνθεση αμινοξέων και χαμηλή παραγωγή ενέργειας, εξαιτίας της μειωμένης σύνθεσης  βιταμινών και ιχνοστοιχείων , B 12 και ριβοφλαβίνης. Λόγω της μη μετατροπής των πολυφαινολων και των  ελλαγιτανίνων παρουσιάζεται μειωμένη μιτοχονδριακή βιογένεση , μειωμένη αντοχή στη δύναμη, αύξηση ευαισθησίας ινσουλίνης. Πλέον μελετημένος μηχανισμός που εμπλέκεται στη διαμόρφωση ορθής  μυϊκής λειτουργίας είναι η μείωση της  βακτηριακής παραγωγής μεταβολικών μεσολαβητών, συμπεριλαμβανομένων των χολικών οξέων, που είναι γνωστοί ενεργοποιητές του υποδοχέα που διεγείρει τον αναβολισμό των μυοκυττάρων. Αθροιστικά τα προαναφερόμενα συμβάλλουν στην φλεγμονή  και στην αύξηση του μυϊκού καταβολισμού.

Σε έρευνα που έγινε σε αθλητές ράγκμπι κατέληξαν  ότι η ένταση της προπόνησης είναι  σημαντική και ότι τα προγράμματα ελαφριάς άσκησης που έγιναν προκαλούν  μόνο λεπτές τροποποιήσεις της σύνθεσης μικροβίων του εντέρου σε καθιστικά άτομα . Επομένως, τα ευρήματα των μελετών που πραγματοποιούνται σε αθλητές δεν πρέπει να μεταφέρονται αυτόματα σε όλα τα άτομα που ασκούν μη ανταγωνιστική άσκηση.

Η καρδιοαναπνευστική ικανότητα ενός ατόμου αποτελεί πολύ μεγαλύτερο προγνωστικό παράγοντα για την ποικιλία της μικροχλωρίδας του εντέρου (ο αριθμός των διαφορετικών ειδών βακτηρίων και η αναλογία μεταξύ των πληθυσμών τους) από ότι το ποσοστό λίπους στο σώμα ή η γενικότερη σωματική δραστηριότητα.
Μια  μελέτη αξιολόγησε τη σκοπιμότητα και την αποδοχή δύο κοινών τύπων άσκησης – προπόνησης  (HIIT) και συνεχούς προπόνησης μέτριας έντασης (MICT) – σε ενήλικες με νόσο του Crohn (CD).Τ α αποτελέσματα ήταν αξιοσημείωτα δεδομένου των φλεγμονωδών αποκρίσεων της νόσου.

Από τα ερωτηματολόγια προέκυψε ότι είναι δυνατή ή άσκηση υψηλής έντασης και προτιμήθηκε η εναλλαγή των δυο τύπων προπόνησης προς εξασφάλιση μεγαλύτερης προσέλευσης σε προγράμματα άσκησης σε αυτόν τον πληθυσμό.
Επίσης  τα άτομα αυτά ένιωσαν ευεξία και βελτιώθηκε και η διάθεση τους . Από αποτελέσματα  κωλονοσκόπησης και από  αιματολογικούς δείκτες που εξετάστηκαν βρέθηκε μειωμένη φλεγμονή, γεγονός που μπορεί να οφείλεται ίσως και στη βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας των εθελοντών. Η σωματική άσκηση παραμένει μια δυνητικά χρήσιμη θεραπεία συμπληρωματικής θεραπείας σε CD.

Ερευνητές πραγματοποίησαν μελέτη με ανθρώπους που έχουν διαγνωσθεί και ξεπεράσει τον καρκίνο και οι οποίοι ολοκλήρωσαν την αντικαρκινική θεραπεία τους τουλάχιστον ένα χρόνο πριν εγγραφούν στην έρευνα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες με την μεγαλύτερη καρδιοαναπνευστική ικανότητα είχαν σημαντικά μεγαλύτερη ποικιλία εντερικής μικροχλωρίδας, ενώ περαιτέρω στατιστική ανάλυση υπογράμμισε ότι η καρδιοαναπνευστική ικανότητα αντιστοιχούσε περίπου στο ένα τέταρτο της διακύμανσης της ποικιλίας και της αναλογίας των ειδών, ανεξάρτητα από το ποσοστό σωματικού λίπους.

Αυτά τα δεδομένα προσφέρουν μια ενδιαφέρουσα ματιά στη σχέση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και της ποικιλίας της εντερικής μικροχλωρίδας, καθώς υποδεικνύουν ότι η άσκηση επαρκώς υψηλής έντασης με στόχο τη βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας ωφελεί γενικότερα την υγεία, προκαλώντας ευνοϊκές μεταβολές στην παρουσία, τη δραστηριότητα και τη σύνθεση των μικροβίων του εντέρου. Θα πρέπει, πάντως, να τονιστεί ότι τα ευρήματα της εν λόγω μελέτης έχουν σχετικό χαρακτήρα, καθώς το δείγμα συμμετεχόντων περιορίστηκε στις γυναίκες με ιστορικό καρκίνου του μαστού, οι οποίες είχαν χαμηλή καρδιοαναπνευστική ικανότητα και άλλες συνοσηρότητες.

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι η  άσκηση δεν συμβάλλει μόνο στην καλύτερη καρδιοαναπνευστική λειτουργία, αλλά φαίνεται ότι οδηγεί και στην βελτίωση της εντερικής μικροχλωρίδας.

Μήλα Αλεξάνδρα

Απόφοιτη  ΑΠΘ.
Τμήμα  Επιστήμης Φυσικής Αγωγής &Αθλητισμού 
Master στην Ιατρική Σχολή 
Τμήμα  Μοριακής και Εφαρμοσμένης Φυσιολογίας/Θεραπευτική Άσκηση 
www.the3FTrainingPoint.com

References:

Dalton A, Mermier C, Zuhl M. Exercise influence on the microbiome-gut-brain axis. Gut Microbes. 2019 Jan 31:1-14. doi: 10.1080/19490976.2018.1562268. [Epub ahead of print] PubMed PMID: 30704343.

Ticinesi A, Lauretani F, Tana C, Nouvenne A, Ridolo E, Meschi T. Exercise and immune system as modulators of intestinal microbiome: implications for the gut-muscle axis hypothesis. Exerc Immunol Rev. 2019;25:84-95. PubMed PMID: 30753131.

Tew GA, Leighton D, Carpenter R, Anderson S, Langmead L, Ramage J, Faulkner J,Coleman E, Fairhurst C, Seed M, Bottoms L. High-intensity interval training and moderate-intensity continuous training in adults with Crohn’s disease: a pilot randomised controlled trial. BMC Gastroenterol. 2019 Jan 29;19(1):19. doi: 10.1186/s12876-019-0936-x. PubMed PMID: 30696423; PubMed Central PMCID: PMC6352351.