Οι περισσότεροι άνθρωποι κάποια στιγμή στην ζωή τους έχουν δοκιμάσει να κάνουν push ups.

Γι αυτό και τα push-ups ανήκουν στις 3 πιο δημοφιλείς ασκήσεις με το σωματικό βάρος.

Εκτός από μια πολύ εύκολη μορφή άσκησης που μπορείς να κάνεις παντού και χωρίς εξοπλισμό, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ένα πολύ απλό και αποτελεσματικό εργαλείο για να μετρήσεις την δύναμή σου, την μυϊκή αντοχή στο πάνω μέρος σώματος αλλά και ως τεστ για την συνολική φυσική σου ικανότητα.

Τα push up tests χρησιμοποιούνται ευρέως από σώματα του στρατού, από σώματα ασφαλείας, από αθλητικούς οργανισμούς και από προπονητές στον χώρο του fitness προκειμένου να ελεγχθεί η ετοιμότητα και η φυσική ικανότητα ενός ανθρώπου.

Τι έδειξε η μελέτη;

Αυτό που φάνηκε στην μελέτη είναι ότι όσα περισσότερα push ups μπορούσε κάποιος να κάνει, τόσο λιγότερες πιθανότητες είχε να εμφανίσει καρδιαγγειακή νόσο ή να χάσει την ζωή του από αυτή.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο JAMA Network Open το 2019. Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα υγείας από 1.104 ενεργούς άνδρες πυροσβέστες για 10 χρόνια. Η μέση ηλικία τους ήταν 39,6 έτη και ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) ήταν 28,7.

Από τα αποτελέσματα της μελέτης φάνηκε ότι οι άνδρες που μπορούσαν να εκτελέσουν περισσότερα από 40 push-ups είχαν 96% χαμηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων σε σύγκριση με εκείνους που μπορούσαν να κάνουν λιγότερα από 10 push-ups. (Yang et al., 2019)

Ένας παράγοντας μπορεί να είναι ότι τα push-up εμπλέκουν μεγάλο αριθμό μυών, συμπεριλαμβανομένων αυτών στο στήθος, τους ώμους, τους τρικέφαλους και τον πυρήνα. (Riebe et al., 2018).

Αυτό σημαίνει ότι απαιτούν σημαντική ποσότητα ενέργειας και μπορούν να βοηθήσουν στη βελτίωση της συνολικής φυσικής κατάστασης και αντοχής.

Επιπλέον, τα push-ups μπορούν να βοηθήσουν στη βελτίωση της κυκλοφορίας και της ροής του αίματος, γεγονός που μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων και εγκεφαλικού.(Lee et al., 2011).

Τα οφέλη των push-ups βέβαια δεν περιορίζονται στην καρδιαγγειακή υγεία.

Μπορούν επίσης να βοηθήσουν στη βελτίωση της μυϊκής δύναμης, στην αύξηση της οστικής πυκνότητας και στη μείωση του κινδύνου τραυματισμού. (Riebe et al., 2018)