Χρόνια ερευνών έχουν δείξει ότι η κατανάλωση κρέατος αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, καρδιακών παθήσεων και εγκεφαλικών επεισοδίων. Αυτό συμβαίνει γιατί το κόκκινο κρέας και τα επεξεργασμένα προϊόντα κρέατος (λουκάνικα, μπέικον κλπ) μεταβολίζονται σε τοξίνες, οι οποίες προκαλούν βλάβη στα αιμοφόρα αγγεία και άλλα όργανα του ανθρώπινου σώματος. Αυτή ακριβώς η τοξική διαδικασία είναι που έχει συνδεθεί με την εμφάνιση διαβήτη και καρδιαγγειακών παθήσεων.

Η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η λύση βρίσκεται στο να γίνουμε όλοι χορτοφάγοι. Είναι πολύ πιθανό ακόμα και μια πλήρως χορτοφαγική διατροφή να είναι εξίσου λανθασμένη και επικίνδυνη. Τα γλυκά, οι καραμέλες, τα αναψυκτικά, τα ζυμαρικά και όλα τα επεξεργασμένα προϊόντα είναι μερικά μόνο από τα μη ζωικής προέλευσης τρόφιμα που είναι εξίσου τοξικά και συνεπάγονται σημαντικούς κινδύνους για την υγεία.

Αυτό λοιπόν που προκύπτει ως «καλή είδηση» για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού που δεν ακολουθεί μια χορτοφαγική διατροφή, είναι ότι δεν είναι απαραίτητο να αποκλεισθεί πλήρως το κρέας από το διαιτολόγιο μας. Είναι αρκετή η υιοθέτηση μιας διατροφής που βασίζεται κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, σε φυτικά τρόφιμα, όπως τα φρούτα, τα λαχανικά, τα όσπρια, οι σπόροι και τα ολικής άλεσης προϊόντα. Μια τέτοια διατροφή αποδεδειγμένα συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, υψηλής αρτηριακής πίεσης, καρδιακών παθήσεων και εγκεφαλικών επεισοδίων. Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με μια μελέτη του 2017, η μείωση της κατανάλωσης ζωικής πρωτεΐνης κατά μόλις 3% και η αντικατάστασή της από πρωτεΐνη φυτικής προέλευσης, μειώνει κατά 19% τον κίνδυνο θανάτου.

Επιπλέον, μια φυτική διατροφή προσφέρει προστασία σε αυτούς που καταναλώνουν περιστασιακά κρέας, αφού τα φρούτα και τα λαχανικά περιέχουν ειδικά θρεπτικά συστατικά που εξουδετερώνουν τις τοξίνες. Πρόκειται για τα γνωστά αντιοξειδωτικά, τα οφέλη των οποίων για την υγεία είναι πλέον ευρέως γνωστά και αδιαμφισβήτητα. Είναι επίσης γνωστό ότι τα αντιοξειδωτικά δεν μπορούν να απομονωθούν και συνεπώς να περιληφθούν σε συμπληρώματα διατροφής, με αποτέλεσμα να πρέπει να προσλαμβάνονται από τις τροφές που καταναλώνονται. Η λύση συνεπώς για τη θωράκιση της υγείας και του οργανισμού μας βρίσκεται στην υιοθέτηση μιας ισορροπημένης διατροφής, πλούσιας σε φρούτα και λαχανικά, με την ελάχιστη δυνατή κατανάλωση κρέατος.

Προκειμένου μια διατροφή όπως αυτή που περιγράφεται παραπάνω να είναι πλήρως αποτελεσματική, θα πρέπει γίνουν κάποιες διευκρινίσεις σχετικά με την πρόσληψη της αναγκαίας ποσότητας πρωτεΐνης. Έχει κακώς επικρατήσει η άποψη ότι η μοναδική διατροφική πηγή πρωτεΐνης είναι το κρέας. Στην πραγματικότητα, πολλές φυτικές τροφές αποτελούν εξαιρετική πηγή πρωτεΐνης. Παραδείγματα αποτελούν τα φασόλια, οι φακές, τα μπιζέλια, τα ενταμάμε, οι ξηροί καρποί, το φυστικοβούτυρο. Ικανοποιητική επίσης είναι η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη των τροφίμων ολικής άλεσης.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι η αποβολή της συνήθειας κατανάλωσης μεγάλων ποσοτήτων κρέατος και η εύρεση των κατάλληλων τρόπων ένταξης των φυτικών τροφών στη διατροφή μας. Κλασικά γεύματα μπορούν πολύ εύκολα να εμπλουτιστούν με φυτικές πρωτεΐνες, είτε με την υποκατάσταση του κρέατος (π.χ. από μανιτάρια), είτε με τη χρησιμοποίηση τροφών ολικής άλεσης (π.χ. μαύρα μακαρόνια), είτε, στην απλούστερη περίπτωση, με την απλή προσθήκη επιπλέον λαχανικών. Ακόμα και πιάτα με ζωικής προέλευσης πρωτεΐνη μπορούν να «αναβαθμισθούν» διατροφικά όταν συνοδεύονται από μεγαλύτερη ποσότητα λαχανικών.

Συμπερασματικά, είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι η μετάβαση σε μια φυτική διατροφή δε σημαίνει την αποκλειστική κατανάλωση λαχανικών και φρούτων. Στόχος πρέπει να είναι ο περιορισμός της κατανάλωσης κρέατος και ταυτόχρονα η πραγματοποίηση των πλέον υγιεινών επιλογών σε ότι αφορά τα τρόφιμα φυτικής προέλευσης, αποβλέποντας στην υιοθέτηση μιας ισορροπημένης διατροφής.

Αναστασία Παπαδοπούλου , Διαιτολόγος – Διατροφολόγος